ἐνώπιον

ἐνώπιον
ἐνώπιον prop. neut. of ἐνώπιος, functioning as a prep. (s. on ἀνά beg.) w. gen. (as SIG2 843, 7 [Trajan] ἐνώπιον τῶν προγεγραμμένων θεῶν, cp. Plut. Mor. 274b, 3; PCairZen 73, 14 [257 B.C.]; PLond II, 35, 6 p. 25 [161 B.C.] restored; PGrenf I 38, 11; POxy 658, 9; LXX, pseudepigr.; Just., A I, 50, 5 [for ἐνάντιον Is 53:12, so also in 4 other LXX quot.]) esp. in Lk (22 times), Ac (13 times) and Rv (32 times); 9 times in 1 Cl; once each in J, 1J, 3J, Js, 1 Pt; not at all in Mt, Mk, 2 Pt, 2J, Jd.
pert. to a position in front of an entity, before someone or someth. εἶναι ἐ. τινος Rv 7:15; usu. εἶναι must be supplied 1:4; 4:5f; 8:3; 9:13. After ‘stand’, ‘place’, ‘step’, etc. (schol. on Apollon. Rhod. 4, 1043b of suppliants: ὥσπερ ἐνώπιον τῶν θεῶν ἱστάμενοι): στῆναι Ac 10:30; GJs 11:2; ἑστηκέναι Rv 7:9; 8:2 (RCharles, ICC Rv ad loc.: attend upon, be in the service of); 11:4; 12:4; 20:12; παρεστηκέναι (cp. 3 Km 12:6; Judg 20:28) Lk 1:19; Ac 4:10; ἱστάναι 6:6; καθῆσθαι Rv 11:16. θύρα ἠνεῳγμένη ἐ. τινος a door that stands open before someone 3:8. After verbs of motion: τιθέναι Lk 5:18; βάλλειν Rv 4:10; ἀναβαίνειν 8:4; πίπτειν of worshippers or admirers falling down before someone (1 Km 25:23) 4:10; 5:8; cp. 7:11; προσκυνεῖν (Ps 21:28, cp. 30) Lk 4:7; Rv 3:9; 15:4 (cp. 22:8; on this Hebraism s. προσκυνέω a). Of a forerunner or herald: after προέρχεσθαι (cp. 2 Ch 1:10; 1 Km 12:2ab) Lk 1:17; προπορεύεσθαι vs. 76. σκάνδαλα βάλλειν ἐ. τινος Rv 2:14.
pert. to being present or in view, in the sight of, in the presence of, among
lit. φαγεῖν ἐ. τινος Lk 24:43; 13:26 (cp. 2 Km 11:13; 3 Km 1:25). σημεῖα ποιεῖν J 20:30. ἀνακρίνειν Lk 23:14; cp. 5:25; 8:47; Ac 19:9, 19; 27:35; Rv 13:13; 14:3, 10; 3J 6; ἐ. πολλῶν μαρτύρων 1 Ti 6:12. ἐ. πάντων 5:20; cp. Lk 11:53 D; βαπτισθῆναι ἐ. αὐτοῦ 3:7 D (s. 4b below); χορεύσασα ἐ. τῶν ἀγγέλων GJs 15:3.
nonliteral ἡμεῖς ἐ. τοῦ θεοῦ πάρεσμεν Ac 10:33. Also after verbs of motion βαστάζειν τὸ ὄνομα ἐ. τ. ἐθνῶν Ac 9:15. After ἀρνεῖσθαι Lk 12:9; ὁμολογεῖν Rv 3:5; 2 Cl 3:2 (ἔμπροσθεν Mt 10:32); κατηγορεῖν 12:10; καυχᾶσθαι 1 Cor 1:29; δικαιοῦν ἑαυτόν Lk 16:15. πίστιν κατὰ σεαυτὸν ἔχε ἐ. τοῦ θεοῦ keep (your) conviction to yourself in the sight of God (=keep … between yourself and God) Ro 14:22 (s. πίστις 2dε); cp. 2 Cor 4:2; MPol 14:1f. Also a favorite expr. in assertions and oaths which call upon God, as the One who sees all: Gal 1:20; 1 Ti 5:21; 6:13; 2 Ti 2:14; 4:1.—Such renderings as among, before, in the presence of are also appropriate for the following: γίνεται χαρὰ ἐ. τῶν ἀγγέλων Lk 15:10. ἔσται σοι δόξα ἐ. πάντων 14:10. εὑρίσκειν χάριν ἐ. τοῦ θεοῦ Ac 7:46 (cp. Gen 6:8 v.l. [ARahlfs, Genesis 1926, 61] al.). ἐ. τοῦ πάντων δεσπότου GJs 11:2.—προορώμην τ. κύριον ἐ. μου Ac 2:25 (Ps 15:8).—After verbs of remembering and forgetting: μνησθῆναι ἐ. τοῦ θεοῦ Ac 10:31; Rv 16:19. ἐπιλελησμένον ἐ. τοῦ θεοῦ Lk 12:6 (cp. ἐρωτηθῆναι ἐνώπιον τῆς ἁγίας δόξης σου TestAbr B 4 p. 108, 22 [Stone p. 64]).—For dat. auctoris: εἰσηκούσθη ἡ δέησις σου ἐ. κυρίου τοῦ θεοῦ GJs 20:3 (cp. PsSol 1:2; GrBar 1:5).
pert. to exposure to value judgment, in the opinion/ judgment of ἐ. ἑαυτῶν B 4:11 (Is 5:21); ἐ. ἀνθρώπων Ro 12:17; 2 Cor 8:21b; Pol 6:1 (cp. Pr 3:4). As a rule (as 2 Cor 8:21a) of θεός or κύριος; so after τὰ ἀρεστά 1J 3:22; βδέλυγμα Lk 16:15; δίκαιος 1:6 v.l.; Ac 4:19; δικαιοσύνη Lk 1:75; δικαιοῦσθαι Ro 3:20; εὐάρεστος Hb 13:21; 1 Cl 21:1; 60:2 (cp. Dt 13:19); καλός, ἀπόδεκτος 1 Ti 2:3; 5:4; μέγας (4 Km 5:1) Lk 1:15; πολυτελής 1 Pt 3:4; πεπληρωμένος Rv 3:2. The combinations ἀρεστός and εὐάρεστος ἐ. τινος cited above form a transition to combinations in which ἐ. w. gen. stands simply for the dative: ἤρεσεν ὁ λόγος ἐ. παντὸς τ. πλήθους Ac 6:5 (cp. Dt 1:23 v.l.; 2 Km 3:36). φανεροῦσθαι ἐ. τοῦ θεοῦ 2 Cor 7:12; cp. Lk 24:11; Hb 4:13.—Prob. this is the place also for ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστίν 1 Cl 18:3 (Ps 50:5); ταπεινώθητε ἐ. κυρίου humble yourselves before the Lord Js 4:10.
special uses
in relation to ἁμαρτάνειν ἐ. τινος sin against someone Lk 15:18, 21 (cp. Jdth 5:17; 1 Km 7:6; 20:1).
by the authority of, on behalf of Rv 13:12, 14; 19:20. Also simply by Lk 3:7 D (but s. 2a).—Johannessohn, Präpositionen 194–97; 359–61; AWikenhauser, Ἐνώπιος—ἐνώπιον—κατενώπιον: BZ 8, 1910, 263–70.—DELG s.v. ἐνῶπα. M-M.

Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία. 2015.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • ἐνωπίον — ἐν ὠπάω pres part act masc voc sg (epic doric ionic) ἐν ὠπάω pres part act neut nom/voc/acc sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνώπιον — ἐνώπιος facing indeclform (prep) ἐνώπιος facing masc/fem acc sg ἐνώπιος facing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ενώπιος — (AM ἐνώπιος, ον) (το ουδ. ως επίρρ. ή πρόθ. με γεν.) ενώπιον κατά πρόσωπο, μπροστά σε κάποιον (α. «ενώπιον εμού τού συμβολαιογράφου» β. «ενώπιόν του εστάθησαν αρματωμένοι πάντες», Χρον. Mορ. γ. «ἐνώπιον ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων», Αισχίν.) αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • δικηγόρος — Βοηθητικό πρόσωπο της δικαιοσύνης, που κατά τον ελληνικό νόμο έχει την ιδιότητα του άμισθου δημόσιου λειτουργού. Ωστόσο, το καθεστώς της επαγγελματικής του δραστηριότητας τον κατατάσσει, κατά κανόνα, πολύ κοντά στα άλλα ελεύθερα επαγγέλματα. Στη… …   Dictionary of Greek

  • προς — πρός ΝΜΑ, επικ. τ. προτί, κρητ. τ. πορτί, αργείος τ. προτ(ί), παμφυλιακός τ. περτ(ί), αιολ. τ. πρές Α (πρόθεση, κύρια, μονοσύλλαβη, η οποία, γενικά, συντάσσεται με γενική, δοτική και αιτιατική και δηλώνει την από τόπου κίνηση, τη στάση σε τόπο… …   Dictionary of Greek

  • δίκη — Με τον όρο δ. υποδηλώνεται το σύνολο των πράξεων οι οποίες αποτελούν την ιδιαίτερη εκείνη νομική σχέση που ονομάζεται δικονομική σχέση και αναπτύσσεται μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών και των δικαστικών οργάνων του κράτους προς τον σκοπό της… …   Dictionary of Greek

  • παράγω — ΝΜΑ 1. δίνω ύπαρξη σε κάτι, γεννώ, δημιουργώ, φτειάχνω 2. γραμμ. (το ενεργ. και συν. το μέσ.) (για λέξη) σχηματίζω ή σχηματίζομαι με την προσθήκη κατάληξης ή με την παρεμβολή προσφύματος («το ουσιαστικό λόγος παράγεται από το ρήμα λέγω») νεοελλ.… …   Dictionary of Greek

  • προβάλλω — ΝΜΑ [βάλλω] 1. βάζω, απλώνω κάτι εμπρός, εκτείνω ή ρίχνω προς τα εμπρός (α. «πρόβαλε το κεφάλι της από το παράθυρο και μέ φώναξε» β. «τοὺς μαζοὺς κυσὶ προέβαλε», Ηρόδ.) 2. (το ενεργ. και, στην αρχαία, και το μέσ.) προτείνω ως επιχείρημα για… …   Dictionary of Greek

  • Benedictus — [bɛnɛˈdɪktʊs] (von lat. bĕnedīcĕre [bɛnɛˈdiːkɛrɛ]) ist ein Begriff aus der Kirchensprache. Er bezieht sich einerseits auf ein Loblied aus dem Lukas Evangelium, andererseits auf einen Teil der Heiligen Messe (zweiter Teil des Sanctus). Das… …   Deutsch Wikipedia

  • Liste der Präpositionen im Neugriechischen — Welche Wörter zu den Präpositionen des Neugriechischen zu zählen sind, ist aus mehreren Gründen umstritten. Im Allgemeinen sind damit wie im Deutschen indeklinable Wörter oder Wortfolgen gemeint, die eine Nominalphrase regieren und dieser einen… …   Deutsch Wikipedia

  • Liste der neugriechischen Präpositionen — Welche Wörter zu den Präpositionen des Neugriechischen zu zählen sind, ist aus mehreren Gründen umstritten. Im Allgemeinen sind damit wie im Deutschen indeklinable Wörter oder Wortfolgen gemeint, die eine Nominalphrase regieren und dieser einen… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”